Ματρώζος

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013 18:55 PARENTING - ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ
Εκτύπωση

Ματρώζος

Μια ιστορία ενός άγνωστου ήρωα

Ένας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτός από τα χρόνια

Με κάτασπρα μακρυά μαλλιά, με πύρινη ματιά

Σαν πλάτανος θεώρατος, γυρμένος απ’ τα χιόνια,

Περνούσε πάντα στο νησί τα μαύρα γηρατειά.

Είναι από κείνη τη γενιά κι ο γέρο καπετάνιος

Που ακόμα και στον ύπνο του την έτρεμε ο Σουλτάνος.

 

Είναι από κείνους που έχυσαν το αθάνατό τους αίμα,

Από τους χίλιους που έβγαλες πατρίδα μου χρυσή

Είναι από κείνους που έβαλαν στην κεφαλή σου στέμμα

Και άγνωστοι σβηστήκανε στο δοξαστό νησί.

Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό σου κι άλλα

Μα εκείνα που δεν έλαμψαν ήσανε πιό μεγάλα.

 

Σαν έγραψαν με το δαυλό την ιστορία μόνοι,

Χωρίς γι αυτούς τους ήρωες μια λέξη αυτή να πεί

Με την πληγή τους για σταυρό κι ατίμητο γαλόνι

Άλλοι στα δίχτυα εγύριζαν και άλλοι στο κουπί.

Κι οι στολοκάφτες των Σπετσών , τ’ατρόμητα λιοντάρια

Με τις βαρκούλες έπιαναν στο περιγιάλι ψάρια.

 

Ο γέρος μας παράπονο ποτέ δε λέει κανένα,

Μα καπετάνιους σαν ιδεί μες τα βασιλικά

Εκείνους πούχε ναύτες του με μάτια βουρκωμένα

Στα περασμένα εγύριζε και στα πυρπολικά

Και ξαπλωμένος δίπλα μου μούλεγε εκεί στην άμμο

Πόσα καράβια κάψανε στην Τένεδο στη Σάμο.

 

«Παιδί μου, τώρα εγέρασα, παιδί μου, θ’ αποθάνω»

Στο τέλος πάντα μούλεγε μ’ έν’ αναστεναγμό,

«Ένας Ματρώζος δεν μπορεί να κάνει το ζητιάνο

Μα να βαστάξω δεν μπορώ, της πείνας, τον καημό,

Κλαίω που αφήνω το νησί, θα πάω στην Αθήνα,

Πριν πεθαμένο μ’ εύρετε μια μέρα από την πείνα».

 

«Μου λέν ο καπτάν Κωσταντής απ’ τα Ψαρρά εκεί πέρα

Πως υπουργός εγίνηκε μεγάλος και τρανός,

Κι αν θυμηθεί πως τη ζωή του γλύτωσα μια μέρα

Απ’ έξω από την Τένεδο, μπορούσ’ ο Ψαριανός.

Να κάνει τίποτα για με, κι ίσως να δώσουν κάτι

Σ’ εκείνον πούχε τάλλαρα τη στέρνα του γεμάτη».

 

Πέντε έξη ημέρες ύστερα εμπήκε στο βαπόρι,

Κι ακουμπιστός περίλυπος επάνω στο ραβδί,

Ως που στην Υδρα έφτασε, εγύριζε απ’ την πλώρη

Το λατρευτό του το νησί ο γέροντας να δεί.

Και σκύβοντας, τα κύματα δακρύβρεχτος ερώτα,

Πώς φεύγει τώρ’ απ’ το νησί και πώς ερχόταν πρώτα.

 

«Εδώ τι θέλεις γέροντα», ρωτά τον καπετάνιο

στο Υπουργείον εμπροστά κάποιος θαλασσινός

ντυμένος μέσα στα χρυσά. «Παιδί μου, είναι πάνω

Ο Κωσταντής;». «Ποιός Κωσταντής;». «Αυτός ο Ψαριανός».

«Δεν λέν’ κανένα Ψαριανό, εδώ είναι Υπουργείο

να ζητιανέψεις πήγαινε μες το πτωχοκομείο».

 

Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι

Και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού,

Και με σπιθόβολη ματιά μες απ’ τα στήθια βγάλει

Με στεναγμό βαρύγνωμο  φωνή παλληκαριού:

«Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,

οι καπετάνιοι σαν και σε δε θα φορούσαν στέμμα»

 

Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία κάτου,

Στο παραθύρι επρόβαλε να ιδεί ποιός τον ζητεί,

Και τον νησιώτη βλέποντας λαχτάρισε η καρδιά του

Και νάρθει επάνω εδιάταξε με τον υπασπιστή.

Κάτι η φωνή του γέροντα του εξύπνησε στα στήθη

Κάτι που μοιάζει μ’ όνειρο μαζί και παραμύθι.

 

Τον κύτταξε, τα μάτια του μες στα μακρυά του φρύδια,

Που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά

Στον καπετάνιο εφάνηκαν σαν την φωτιά την ίδια

Όταν τα εφώτιζε ο δαυλός στα χρόνια τα παλιά.

Κι ένας τον άλλο κύτταζε κατάματα οι δυό γέροι,

Ο ημίθεος τον γίγαντα, ο ήλιος το αστέρι.

 

«Δεν με θυμάσαι Κωνσταντή;», σε λίγο του φωνάζει,

«γλήγορα συ μ’ εξέχασες μα σε θυμάμαι εγώ...»

«Ποιός τόλπιζε να δει ποτές» ο γέροντας στενάζει,

«τον καπετάνιο ζήτουλα, το ναύτην υπουργό...»

και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη,

τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη.

 

«Ποιός είσαι καπετάνιε μου και ποιό είναι το νησί σου;»,

Ο Ψαριανός τον ερωτά με τόνο θλιβερό ,

«Πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε, θυμήσου,

απ’ της καλής μας εποχής εκείνης τον καιρό».

«Μήπως στην Σάμον ήσουνα την εποχήν εκείνην,

στην Κώ, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιό στην Μυτιλήνη;»

 

«Απ’ έξω απ’ την Τένεδο ... πενήντα πέντε χρόνια,

επέρασαν απ’ την στιγμήν εκείνη σαν φτερό.

Σαν να σε βλέπω, Κωσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια...

Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλλα σε θωρώ...

Χρόνος δεν ήταν που καψες στη Χιό την ναυαρχίδα,

Κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα...

 

Απ’ έξω απ’ την Τένεδο, θυμάσαι; μια φρεγάδα

σ’ έβαλε εμπρός μ’ αράπικου αλόγου γρηγοράδα

μ’ οχτώ βατσέλα πίσω της εμοιάζαν περιστέρια,

κι εσύ γεράκι γύρω τους ... απάνω στο μπουρλότο

που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ’ αστέρια,

σαν δαίμονας μες στον καπνό γλιστρούσες και στον κρότο.

 

Σε καμαρώνω από μακριά ... κι οι ναύτες κι ο λοστρόμος

μ’ εξόρκιζαν να φύγουμε , τους είχε πιάσει τρόμος,

γιατί η αρμάδα ζύγωνε, επάνω στο τιμόνι

θάρρος στους ναύτες σου έδινες ... δε βάσταξε η καρδιά μου.

Σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη

Και, ‘’όρτσα, μάινα τα πανιά’’ φωνάζω στα παιδιά μου.

 

Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες ... μ’ αντάρα,

ο Τούρκος κοντοζύγωνε, η μαύρη του καμπάρα

αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε,

μα σαν δελφίνι γρήγορα και εκείνος εγλιστρούσε,

Οι ναύτες μου φωνάζανε, ‘’τι κάνεις καπετάνιο;’’

Κι εγώ τους λέω: ‘’τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω...’’

 

Και σου πετώ τη γούμενα... και δένεις το μπουρλότο...

Κάνω τιμόνι δεξιά... το φλογερό το χνώτο

του Τούρκου θα σε βούλιαζε, θυμάσαι; σου φωνάζω

πρώτος απ’ όλους ν’ ανεβείς, μα δεν μ’ ακούς, κι αφήνεις

΄άλλοι ν’ ανέβουν ... έσκυψα κι απ’ τα μαλλιά σ’ αδράζω,

και σ’ έσωσα, κι εφύγαμε ... Μα δάκρυα βλέπω χύνεις.».

 

«Ματρώζε μου» δακρύβρεχτος ο Κωσταντής φωνάζει,

και μες τα στήθη τα πλατειά σφιχτά τον αγκαλιάζει.

Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια

Στ’ άσπρα τους γένια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια,

Δυό κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι,

΄Οταν του ήλιου το φιλί την άνοιξη το λυώνει...

 

 Άγνωστοι Ήρωες

 Γ.  Στρατήγης